Για τον Ορέστη Δουμάνη

CB851DD501E1954068C008511FF1F65C

Η αποτίμηση του έργου του Ορέστη Δουμάνη θα δυσκολέψει τους μελετητές της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Ο Δουμάνης καθόρισε περισσότερο από κάθε άλλον την πορεία και το περιεχόμενο της ελληνικής αρχιτεκτονικής ιστοριογραφίας. Δεν έγραψε όμως παρά ελάχιστα κείμενα ενώ μίλησε μόνο μία φορά δημόσια [1]. Στους 91 τόμους των Αρχιτεκτονικών Θεμάτων και των Θεμάτων Χώρου + Τεχνών, το μεγαλύτερο μέρος των αφιερωμάτων υπογράφεται από τους συμβούλους και συνεργάτες του περιοδικού. Ο καταγεγραμμένος λόγος του εκδότη και διευθυντή των Θεμάτων είναι περιορισμένος παρ’ ότι τα αφιερώματα, αλλά και πολλά από τα άρθρα που δημοσιεύτηκαν εκεί, ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας και γόνιμων συζητήσεων των συντελεστών του περιοδικού με τον ίδιο. Στο κείμενο που ακολουθεί, καταγράφεται η προσωπική εμπειρία από τη στενή συνεργασία με τον Δουμάνη κατά τα 15 τελευταία χρόνια της ιστορίας των Αρχιτεκτονικών Θεμάτων. Παράλληλα, διατυπώνονται ορισμένες σκέψεις για το μέλλον των μέσων δημοσιοποίησης της ελληνικής αρχιτεκτονικής, μετά την απώλεια του ανθρώπου που επί 50 συνεχή έτη πρωτοστάτησε στην εξέλιξη τους. [2]

Η γνωριμία μου με τον Δουμάνη ξεκινάει το 1998. Την περίοδο εκείνη τα Θέματα αποτελούσαν ένα αναμφισβήτητο κέντρο αναφοράς της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Ο αριθμός των αρχιτεκτόνων ήταν σχετικά μικρός και υπήρχε ακόμη η αίσθηση μιας πεπερασμένης κοινότητας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, το ενδιαφέρον των Θεμάτων είχε επικεντρωθεί στην καταγραφή του έργου των σημαντικών ελλήνων αρχιτεκτόνων μέσα από ειδικά αφιερώματα. Η καταγραφή αυτή είχε μεγάλη αξία για τους φοιτητές και νέους αρχιτέκτονες της εποχής. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής που προσφερόταν η δυνατότητα μελέτης του έργου των παλαιοτέρων δημιουργών από τους νεώτερους. Στα Θέματα της δεκαετίας του 1990 είχε ήδη προσδιοριστεί η ταυτότητα της μεταπολεμικής ελληνικής αρχιτεκτονικής και είχαν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις για την εξέλιξη της. Τα Θέματα, μαζί με το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Δουμάνη την ίδια περίοδο, παρήγαγαν σημαντικό έργο, έπλεκαν μια ιστοριογραφική δομή για τη μεταπολεμική ελληνική αρχιτεκτονική, και αποτελούσαν ένα πολύτιμο συμπλήρωμα της εκπαίδευσης των νέων αρχιτεκτόνων, χωρίς να αφήνουν καμία αμφιβολία για τον κυρίαρχο ρόλο τους στον χώρο των αρχιτεκτονικών δημοσιεύσεων.

Η εκτίμηση μου τότε, όπως και άλλων φίλων που μόλις είχαν επιστρέψει από μεταπτυχιακές σπουδές, ήταν ότι η ελληνική αρχιτεκτονική της εποχής χαρακτηριζόταν από εσωστρέφεια και καθυστερούσε να ανταποκριθεί στις νέες επιδράσεις. Όποιος παρακολουθούσε τις εξελίξεις στη διεθνή αρχιτεκτονική της δεκαετίας του 1990, αντιλαμβανόταν ότι σύντομα θα ακολουθούσαν μεγάλες αλλαγές. Τα πρώτα ίχνη της περιόδου της παγκοσμιοποίησης ήταν ήδη εμφανή. Στους κύκλους των νέων αρχιτεκτόνων υπήρχε προσμονή για μια νέα κατάσταση, η οποία ακόμη δεν μπορούσε να προσδιοριστεί αλλά ούτε και να κριθεί. Μέσα σε αυτό το κλίμα αισιοδοξίας και προσμονής που χαρακτήρισε τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα, η στάση πολλών αρχιτεκτόνων της γενιάς μου απέναντι στον ρόλο των Θεμάτων ήταν επιφυλακτική. Ο Δουμάνης, βέβαια, είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να κερδίζει τους ανθρώπους και να δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης. Ήταν ένας άνθρωπος αισιόδοξος, με μεγάλη ικανότητα να αφομοιώνει νέες ιδέες, να θέτει υψηλούς στόχους, και να ενεργοποιεί τους κατάλληλους συνεργάτες ώστε να τους φέρουν σε πέρας. Ήταν ακόμη ένας εξαιρετικός συνομιλητής με ειλικρινή διάθεση να ακούσει και να εμπιστευθεί ανθρώπους, ακόμη και αν αυτοί ήταν κατά πολύ νεώτεροι του. Ο Δουμάνης επιζητούσε την επαφή με τους νέους και ακολουθούσε το πνεύμα της εποχής, όχι επειδή το επέβαλλε η δραστηριότητα του ως εκδότης, αλλά επειδή πίστευε στην εξέλιξη και την πρόοδο.

Εξώφυλλο καταλόγου έκθεσης, Δεύτερη Biennale νέων ελλήνων αρχιτεκτόνων, Αθήνα: ΕΙΑ, 1998.
Εξώφυλλο καταλόγου έκθεσης, Δεύτερη Biennale νέων ελλήνων αρχιτεκτόνων, Αθήνα: ΕΙΑ, 1998.

Οι μεγάλες αλλαγές δεν άργησαν να έλθουν και να ανατρέψουν μια σειρά από βεβαιότητες. Για ένα σύντομο διάστημα, η ελληνική κοινωνία έζησε τις θετικές επιδράσεις του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης.  Η πρόσκαιρη οικονομική ευμάρεια οδήγησε στην αύξηση του ενδιαφέροντος για την αρχιτεκτονική προσφέροντας ευκαιρίες επαγγελματικής ανάδειξης. Οι σχολές αρχιτεκτονικής αυξήθηκαν και μαζί τους αυξήθηκε και ο αριθμός των ελλήνων αρχιτεκτόνων. Η ευμάρεια και η αυξημένη κινητικότητα της περιόδου οδήγησαν στην εμφάνιση μιας νέας, πολυπληθούς, γενιάς δημιουργών με ετερόκλητες καταβολές και διεθνή προσανατολισμό. Τέλος, αυξήθηκαν οι δυνατότητες ενημέρωσης και δημοσιοποίησης του αρχιτεκτονικού έργου. Τα Αρχιτεκτονικά Θέματα έπαψαν να είναι η κύρια πηγή ενημέρωσης των αρχιτεκτόνων καθώς στον ρόλο αυτό επικράτησαν οι διαδικτυακές πηγές ενημέρωσης και τα lifestyle έντυπα μαζικής κυκλοφορίας.

Στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, ήταν πλέον εμφανής η ανάγκη ανανέωσης των παραδοσιακών μέσων αρχιτεκτονικής δημοσιοποίησης. Το 2002 ο Δουμάνης είχε κατανοήσει τις παραπάνω εξελίξεις, όταν μου ζήτησε μια πρόταση ανανέωσης της δομής των Θεμάτων. Μου εμπιστεύθηκε ακόμη τη συνολική επιμέλεια των δύο επόμενων τόμων [3] εξετάζοντας την προοπτική εξέλιξης του περιοδικού χωρίς τον ίδιο. Την ίδια χρονιά ανέλαβε τον σχεδιασμό των σελίδων των Θεμάτων η Ιωάννα Κωστίκα, η οποία ανανέωσε τη μορφή του περιοδικού. Οι αλλαγές αυτές χαροποίησαν ιδιαίτερα τον Δουμάνη και του έδωσαν την ώθηση να συνεχίσει για μία ακόμη γόνιμη δεκαετία.

2-3s
Εξώφυλλα, Αρχιτεκτονικά Θέματα 37 (2003) και Θέματα Χώρου + Τεχνών 35 (2004).

Η προσαρμογή των Θεμάτων στα νέα δεδομένα της εποχής δεν περιορίστηκε στη δομή και τη μορφή του περιοδικού αλλά αφορούσε και στο περιεχόμενο του. Ο Δουμάνης ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το έργο των νέων αρχιτεκτόνων. Αυτό είναι φανερό ήδη από το 1964 και τη δημοσίευση του ριζοσπαστικού κειμένου “Εισαγωγή στη μεταπολεμική ελληνική αρχιτεκτονική”, το οποίο αναφερόταν στην “παρουσία μερικών νέων και ακόμη λιγώτερων απ’ τους παλαιότερους, που συμβαδίζοντας με τα παγκόσμια ρεύματα, προσπαθούν να επιβάλουν τις αρχές της σύγχρονης αρχιτεκτονικής που ειδικά χαρακτηρίζει ένα πνεύμα απλότητος και λιτότητος”. [4] Το 1996, το αμείωτο ενδιαφέρον του Δουμάνη για τους νέους αρχιτέκτονες οδήγησε στη δημιουργία του θεσμού της Biennale νέων ελλήνων αρχιτεκτόνων. Ελάχιστα χρόνια αργότερα, τον ίδιο ακριβώς στόχο έθεσε και στη συνεργασία του μαζί μου. Μετά από δική του προτροπή, επιμελήθηκα δύο αφιερώματα των Θεμάτων με διαφορά 10 χρόνων. Αρχικά το 2001, καταγράφοντας τις νέες τάσεις της ελληνικής αρχιτεκτονικής λίγο πριν το ξέσπασμα του καταναλωτισμού. Και στη συνέχεια το 2011, μέσα από ένα διπλό αφιέρωμα το οποίο κατέγραψε το έργο των νεώτερων αρχιτεκτόνων στην Ελλάδα λίγο πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Λίγους μήνες αργότερα το συγκεκριμένο αφιέρωμα αποτέλεσε τον βασικό κορμό της έκθεσης “14F/21GR”. Ο Δουμάνης εκτιμούσε ιδιαίτερα δύο χαρακτηριστικά των νέων αρχιτεκτόνων των τελευταίων χρόνων. Πρώτα από όλα, εκτιμούσε την εξωστρέφεια και τον διεθνή προσανατολισμό τους, αναγνωρίζοντας σε αυτούς στοιχεία που διέκριναν και τη δική του προσωπικότητα. Ο ίδιος παρακολουθούσε συστηματικά τις εξελίξεις της διεθνούς αρχιτεκτονικής επιδιώκοντας τη συνεργασία με διεθνή έντυπα, στα οποία προωθούσε τις διεθνείς δημοσιεύσεις ελλήνων αρχιτεκτόνων, αλλά και μέσα από συχνές επισκέψεις έργων κατά τη διάρκεια πολυήμερων ταξιδιών. Κυρίως, όμως, εκτιμούσε το μοντέρνο σχεδιαστικό ήθος που διείπε το έργο των νεώτερων αρχιτεκτόνων. Η έκδοση της Σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα το 2005 [5] είχε ως στόχο την έκφραση αυτής ακριβώς της επιδοκιμασίας. Είναι χαρακτηριστικό το λακωνικό, αλλά εξαιρετικά περιεκτικό σε περιεχόμενο, κείμενο του προλόγου του βιβλίου όπου αναφερόταν “στην παρουσία μιας νέας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα”, στην απαλλαγή “από τη διαμάχη ανάμεσα στην τοπικότητα και τον διεθνισμό” και τη βαρύτητα της γνώσης του έργου “των παλαιότερων αρχιτεκτόνων”. Το λακωνικό κείμενο του 2005 μπορεί να αναγνωστεί ως ολοκλήρωση του μαχητικού κειμένου του 1964. Για τον Δουμάνη, η επιστροφή στον “μονόδρομο της μοντέρνας παράδοσης” [6], ήταν σε μεγάλο βαθμό μια δικαίωση του έργου του από τα χρόνια της Αρχιτεκτονικής, μια νίκη της αισθητικής ιδεολογίας που ο ίδιος προασπίστηκε και συνέβαλε στη διάδοση της. Όπως δήλωσε, άλλωστε, με ικανοποίηση στη μοναδική δημόσια ομιλία του το 2007, “αποδείχτηκε ότι το ‘μοντερνιστικό΄ αίτημα που είχαμε υιοθετήσει από τη δεκαετία του 1950, ως αίτημα αισθητικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού, ανταποκρίθηκε στις συγκεκριμένες ανάγκες του τόπου. Άλλαζε όψεις αλλά ουσιαστικά επιβίωσε ανέπαφο ως τις μέρες μας.” [7]

4s
14F/21GR. Έκθεση έργου νέων αρχιτεκτόνων στο Μουσείο Μπενάκη, 2012. Φωτογραφία Χ. Λουιζίδης.

Παρ’ όλες, όμως, τις προσπάθειες ανανέωσης, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας τα Θέματα έπαψαν να αποτελούν το ισχυρό κέντρο αναφοράς που ήταν άλλοτε. Η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται σε κάποια αδυναμία των Θεμάτων αλλά στις ίδιες τις συνθήκες της εποχής. Η ετερογένεια των καταβολών της πολυπληθέστατης κοινότητας των αρχιτεκτόνων έχει πλέον καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη την ύπαρξη ενός ισχυρού κέντρου. Η εμφάνιση διαφορετικών πηγών ενημέρωσης, από έντυπα, ηλεκτρονικά και κοινωνικά, τοπικά και διεθνή, μέσα έχει κατακερματίσει το τοπίο των αρχιτεκτονικών δημοσιεύσεων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι επιδράσεις των αρχιτεκτόνων δεν είναι πλέον εξωγενείς αλλά α-τοπικές. Δεν υπάρχουν τοπικά στοιχεία στις διεθνείς αρχιτεκτονικές ιστοσελίδες ενημέρωσης ενώ δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα στοιχεία τοπικής ταυτότητας στα διεθνή αρχιτεκτονικά έντυπα που συνεχίζουν να εκδίδονται. Οι πιο ενδιαφέρουσες πληροφορίες έρχονται συχνά από “τα κάτω προς τα πάνω”, άλλοτε από τους ίδιους τους αρχιτέκτονες, από bloggers ή απλούς χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η πληροφορία για την αρχιτεκτονική διαδίδεται πλέον σε πραγματικό χρόνο, την ώρα που αυτή συμβαίνει. Και η πληροφορία αυτή μεταφέρεται από ψηφιακά επεξεργασμένες εικόνες χαμηλής ανάλυσης, οι οποίες παραμένουν στην οθόνη του laptop για ελάχιστα δευτερόλεπτα και αφομοιώνονται με τελείως διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι σελίδες των αρχιτεκτονικών περιοδικών ή η πρωτογενής εμπειρία του πραγματικού χώρου. Επιπλέον, το πρόσφατο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης έφερε τόσο την αρχιτεκτονική πρακτική όσο και τις εκδόσεις σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Ο Δουμάνης ήταν ιδιαίτερα ανήσυχος για την πορεία των Αρχιτεκτονικών Θεμάτων και τη δυνατότητα προσαρμογής τους στα νέα οικονομικά δεδομένα και το πνεύμα της εποχής. Σε μία από τις τελευταίες συζητήσεις μας, εξέταζε το ενδεχόμενο μιας ριζικής αλλαγής του χαρακτήρα της έκδοσης με την υιοθέτηση ενός μικρότερου και πιο οικονομικού σχήματος. Οι σκέψεις αυτές δεν ολοκληρώθηκαν, βέβαια, ποτέ καθώς η ξαφνική απώλεια του πέρυσι την άνοιξη διέκοψε οποιαδήποτε εξέλιξη.

Η παρουσία του Δουμάνη ήταν καθοριστική σε πολλές στιγμές της ιστορίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής παρ’ ότι ο ίδιος επεδίωκε πάντα να μένει αφανής, παραμένοντας επικεντρωμένος στην ουσία, και όχι στην προβολή, των πράξεων του. Κατά τη διάρκεια πέντε ολόκληρων δεκαετιών, ο Δουμάνης παρέμεινε προσηλωμένος σε ένα προσεκτικά επεξεργασμένο σχέδιο, το οποίο αφορούσε τόσο στον προσδιορισμό της ταυτότητας της μεταπολεμικής ελληνικής αρχιτεκτονικής όσο και στη δημιουργία, και λειτουργία, θεσμών δημοσιοποίησης του αρχιτεκτονικού έργου. Το σχέδιο αυτό, το οποίο υλοποιήθηκε “στο πλαίσιο επιδίωξης ενός εκσυγχρονισμού της αρχιτεκτονικής και ως απάντηση στις πιέσεις κάθε είδους τοπικισμού και ακαδημαϊσμού”, καταγράφεται με λεπτομέρεια στο κείμενο του λόγου που εκφώνησε το 2007 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης [8]. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Δουμάνης έφερε σε πέρας το έργο αυτό με δική του ατομική πρωτοβουλία, μοναχά με τη βοήθεια λίγων φίλων που ο ίδιος κινητοποιούσε, δίχως οικονομική υποστήριξη ή την ασφάλεια κάποιας ακαδημαϊκής θέσης. Θεωρώ, όμως, ότι το πιο ιδιαίτερο στοιχείο στην ιστορία του Δουμάνη αφορά στη συνέπεια ανάμεσα στον χαρακτήρα του και την αρχιτεκτονική που θαύμαζε και υποστήριζε. Η εξωστρέφεια, η σαφήνεια, η αίσθηση του μέτρου, και η εμμονή στη λεπτομέρεια, όχι ως αυτοσκοπός αλλά ως μέσο διεκδίκησης του βέλτιστου αποτελέσματος, συγκρότησαν τα συστατικά στοιχεία ενός ιδιαίτερου ήθους που χαρακτήρισε τόσο την πορεία του όσο και την αρχιτεκτονική που ανέδειξε μέσα από τις σελίδες των Θεμάτων.

Αξίζει να εμπνευστούμε από τον Ορέστη Δουμάνη, σκεπτόμενοι το μέλλον των αρχιτεκτονικών δημοσιεύσεων. Απαιτείται, όμως, προσοχή στην ερμηνεία του έργου του καθώς αυτό έλαβε χώρα κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες από τις σημερινές. Ζούμε σε μία εποχή κατά την οποία η παραγωγή νέου αρχιτεκτονικού έργου είναι περιορισμένη. Δεν υπάρχει πλέον τόσο μεγάλη ανάγκη για νέα κτήρια, όσο υπάρχει ανάγκη για νέες ιδέες, νέες προτάσεις για το μέλλον της αρχιτεκτονικής και κυρίως για τον τρόπο ζωής στις πόλεις του μέλλοντος. Υπάρχει, με άλλα λόγια, ανάγκη για μια νέα “χάρτινη αρχιτεκτονική”, η οποία δεν θα μπορέσει να εκφραστεί παρά μόνο μέσα από τις σελίδες των, έντυπων ή ηλεκτρονικών, μέσων δημοσιοποίησης, καθιστώντας τον ρόλο τους ξανά σημαντικό. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τον κατακερματισμό της ταυτότητας και την ετερογένεια των αναφορών των νεώτερων δημιουργών. Είναι δεδομένο ότι, μετά την απώλεια του Δουμάνη, η πολυφωνία των μέσων δημοσιοποίησης της ελληνικής αρχιτεκτονικής θα αυξηθεί. [9] Στο μέλλον θα υπάρξουν διαφορετικά μέσα τα οποία θα εκφράζουν διαφορετικούς προβληματισμούς, ιδεολογίες ή και στιλιστικές διερευνήσεις. Στην απλούστερη μορφή τους θα είναι ψηφιακά και θα εκφράζουν προσωπικές εμμονές μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Ενώ στην πιο σύνθετη, αλλά και πιο ενδιαφέρουσα, εκδοχή τους θα αφορούν στον σχηματισμό νέων δικτύων από ανθρώπους που μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη του πλανήτη αλλά θα έχουν κοινές αναφορές και ανησυχίες για τα παγκόσμια πλέον προβλήματα των πόλεων.

Αναλογιζόμενος το μέλλον της αρχιτεκτονικής και των αρχιτεκτονικών δημοσιεύσεων, και σκεπτόμενος τη διαδρομή του Δουμάνη, δεν θα στεκόμουν στο αποτέλεσμα του έργου του, στη δημιουργία δηλαδή ενός κέντρου αναφοράς, μιας ταυτότητας, για την ελληνική αρχιτεκτονική. Θεωρώ ότι η σημαντικότερη κληρονομιά που αφήνει πίσω του ο Ορέστης Δουμάνης αφορά στο πνεύμα του έργου του, στο μοντέρνο ήθος που χαρακτήρισε τον ίδιο και τα Αρχιτεκτονικά Θέματα, την εξωστρέφεια, την επιδίωξη αμφίδρομων σχέσεων με τον διεθνή χώρο, αλλά κυρίως την πίστη στη νεωτερικότητα και τους νέους ανθρώπους με τις νέες ιδέες που θα επιτρέψουν “την δημιουργία ενός καινούργιου τρόπου ζωής, πιο σωστού, πιο ανθρώπινου”. [10]


[1] Η μοναδική δημόσια ομιλία του Δουμάνη έγινε κατά την αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο 2007. Βλ. Ορέστης Δουμάνης, “‘Αρχιτεκτονικά Θέματα’. 40 χρόνια αρχιτεκτονικής και τέχνης στην Ελλάδα” στο Ανδρέας Γιακουμακάτος (Επιμ.), Το σχήμα του τόπου – 40 χρόνια αρχιτεκτονικά θέματα, Αθήνα: Libro, 2008, σσ.32-37.

[2] Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί εξέλιξη εισήγησης στην ημερίδα για τον Ορέστη Δουμάνη και το παρόν και το μέλλον του γραπτού αρχιτεκτονικού τύπου, την οποία οργάνωσε το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής στις 14 Φεβρουαρίου 2014.

[3] Βλ. Αρχιτεκτονικά Θέματα 37 (2003) και Θέματα Χώρου + Τεχνών 35 (2004).

[4] Βλ. Ορέστης Δουμάνης, “Εισαγωγή στην μεταπολεμική ελληνική αρχιτεκτονική”, Αρχιτεκτονική 48 (1964), σσ.1-11.

[5] Ορέστης Δουμάνης (Επιμ.), Σύγχρονη αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα: Αρχιτεκτονικά Θέματα, 2005, σ.7.

[6] Πάνος Δραγώνας, “Στον μονόδρομο της μοντέρνας παράδοσης”, ό.π., σ.8-13.

[7] Ορέστης Δουμάνης, “‘Αρχιτεκτονικά Θέματα’. 40 χρόνια αρχιτεκτονικής και τέχνης στην Ελλάδα”, ό.π., σ.35.

[8] Ό.π.

[9] Μια πρώτη καταγραφή της πολυφωνίας των μέσων δημοσιοποίησης της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα έγινε κατά τη διάρκεια του δεύτερου μέρους της ημερίδας Ορέστη Δουμάνη, για το παρόν και το μέλλον του γραπτού αρχιτεκτονικού τύπου, στις 14 Φεβρουαρίου 2014.

[10] Δουμάνης, “Εισαγωγή στην μεταπολεμική ελληνική αρχιτεκτονική”, ό.π., σ.4.

Leave Your Comment


eight − 6 =

 
Powered by Wordpress. Design by Bingo - The Web Design Experts.