Μετά (την) Ακρόπολη

IMG_4728

Το νέο Μουσείο της Ακρόπολης αποτελεί το σημαντικότερο δημόσιο κτήριο που έχει δημιουργηθεί στην Αθήνα για περισσότερα από εκατό χρόνια. Η επίδραση του νέου Μουσείου στην αθηναϊκή ταυτότητα είναι καθοριστική. Η συμβολική διάσταση του αφορά σε δύο κύρια ζητήματα: στον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη ελληνική κοινωνία προσλαμβάνει την ιστορία της και στην ανάδειξη της εικόνας της πόλης στον διεθνή χώρο.

Στα σημάδια των καταστροφών που έχουν υποστεί τα μνημεία της Ακρόπολης, μπορούμε να διακρίνουμε ίχνη των ρήξεων της ελληνικής ιστορίας. Ανάμεσα στις διαδοχικές καταστροφές, ξεχωρίζει αυτή της κλοπής των αγαλμάτων από τον Έλγιν. Η αφαίρεση του γλυπτού διακόσμου δεν αποτελεί τη σημαντικότερη ζημιά που έχει υποστεί ο Παρθενώνας. Αποτελεί όμως τη μοναδική που είναι αναστρέψιμη. Το αίτημα επιστροφής των κλεμμένων αρχαιοτήτων μπορεί, λοιπόν, να ερμηνευθεί ως μια απόπειρα αποκατάστασης της ρήξης με την ιστορία ή, με άλλα λόγια, ως μια νέα «μεγάλη ιδέα».

Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, έχουν γραφεί πολλά τόσο για την πολιτική διάσταση της διεκδίκησης των μαρμάρων από το Βρετανικό Μουσείο όσο και για τα πολεοδομικά προβλήματα της δημιουργίας του νέου Μουσείου. Παραδόξως, δεν έχουν γραφεί παρά ελάχιστα για τη συμβολική διάσταση της αρχιτεκτονικής του Μουσείου της Ακρόπολης. Στο παρελθόν, βέβαια, παρουσιάστηκαν προτάσεις που αντιμετώπισαν το θέμα από διαφορετικές ιδεολογικές σκοπιές: προτάσεις που υπογράμμισαν το συμβάν της ρήξης και ανέδειξαν τη βιαιότητα της ιστορίας της Ακρόπολης μέσα από την αρχιτεκτονική έκφραση τους (D. Libeskind και Δ. & Λ. Ποτηρόπουλος)· προτάσεις που διερεύνησαν τα χθόνια χαρακτηριστικά και τη μυθολογία του τόπου (Χ Παπούλιας)· αλλά και προτάσεις που αμφισβήτησαν τη σκοπιμότητα της δημιουργίας ενός μεγάλου κτηριακού όγκου (Π. Νικολακόπουλος). Σήμερα, η κριτική προσέγγιση του νέου Μουσείου της Ακρόπολης των B. Tschumi και Μ. Φωτιάδη προϋποθέτει δύο βήματα: την αποσαφήνιση των στόχων της πολιτείας ως προς τη συμβολική διάσταση του έργου και τη διερεύνηση της επίδρασης του κτηρίου στην ταυτότητα της πόλης.

Μια πρώτη διαπίστωση αφορά στη σχέση του νέου Μουσείου με την Ακρόπολη και το αστικό περιβάλλον. Το νέο κτήριο επιλέγει να συνδιαλεχθεί με την Ακρόπολη, περιφρονώντας οποιοδήποτε άλλο τοπικό στοιχείο. Η αφομοίωση συγκεκριμένων γεωμετρικών χαρακτηριστικών του Παρθενώνα, όπως το μέγεθος και ο προσανατολισμός της αίθουσας των γλυπτών του, και η απρόσκοπτη οπτική σχέση με τον ναό προδίδουν τη φιλοδοξία αντιπαράθεσης του κτηρίου με την Ακρόπολη. Η κλίμακα του έργου και τα λιτά μορφολογικά στοιχεία των όψεων, συμβάλουν στη δημιουργία ενός «εικονικού» κτηρίου με έντονη αρχιτεκτονική ταυτότητα, η οποία αποτυπώνεται στη μνήμη όσων το επισκεφθούν ή δουν τις φωτογραφίες του. Το νέο Μουσείο μετατρέπεται, με τον τρόπο αυτό, σε αναγνωρίσιμο σύμβολο μιας χώρας που φιλοδοξεί να καταξιωθεί ως «ισχυρή».

Μια δεύτερη παρατήρηση αφορά στην εσωτερική κυκλοφορία του Μουσείου. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου είναι η δημιουργία ενός αρχιτεκτονικού περιπάτου που διασχίζει το κτήριο και καταλήγει στην αίθουσα του Παρθενώνα. Η αναλογία με την ανάβαση στον βράχο της Ακρόπολης είναι προφανής. Οι δύο εμπειρίες, όμως, είναι εντελώς διαφορετικές: Στη μεν πορεία ανόδου προς τον βράχο, ο περιπατητής αντιλαμβάνεται, τόσο με το σώμα όσο και το βλέμμα του, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εδάφους, τη γεωμετρία του ανάγλυφου, την ιδιαίτερη βλάστηση και, βέβαια, τα παιγνίδια των αποκαλύψεων και αποκρύψεων της θέας προς την Ακρόπολη που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Πικιώνης. Στην διαδρομή αυτή, ο επισκέπτης μπορεί, ακόμη και σήμερα, να αντιληφθεί τη δύναμη της γης, τα χθόνια χαρακτηριστικά και τη μυθολογική διάσταση του τόπου. Αντίστοιχα, στην εμπειρία του αρχιτεκτονικού περιπάτου του νέου Μουσείου, κυριαρχεί η οπτική αντίληψη του χώρου. Τα εκτεταμένα υαλοστάσια των όψεων και τα γυάλινα δάπεδα αναδεικνύουν το θέαμα της Ακρόπολης και των διαδοχικών στρώσεων της ιστορίας. Το Μουσείο λειτουργεί ως ένας οπτικός μηχανισμός ο οποίος καταγράφει το θέαμα της πόλης και ακτινογραφεί το έδαφος της. Η ιλιγγιώδης διαφάνεια του χώρου αποδεσμεύει τον επισκέπτη από το απομυθοποιημένο, πλέον, έδαφος. Η αποδέσμευση από το έδαφος και τις αρχαϊκές εμμονές του Πικιώνη αποτελεί, τόσο κυριολεκτικά όσο και συμβολικά, μια διαδικασία αποστασιοποίησης από τον ίδιο τον τόπο.

Μια τελευταία διαπίστωση αφορά στην αφομοίωση ορισμένων σύγχρονων προτύπων στον σχεδιασμό των χώρων αναψυχής του νέου Μουσείου. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι το café-εστιατόριο καταλαμβάνει το σημαντικότερο τμήμα της όψης του κτηρίου και ουσιαστικά αποτελεί το πρώτο στοιχείο που αντιλαμβάνεται ο επισκέπτης του χώρου. Ο όροφος του café-εστιατορίου και του καταστήματος του Μουσείου παρεμβάλλεται στη διαδρομή που οδηγεί στην αίθουσα του Παρθενώνα, ενώ η σύνδεση με τους εκθεσιακούς χώρους γίνεται μέσω κυλιόμενων κλιμάκων. Στο συγκεκριμένο μέρος του κτηρίου, μεταξύ των Καρυάτιδων και της αίθουσας του Παρθενώνα, η διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού περιπάτου διαφέρει ελάχιστα από αυτή ενός χώρου με εμπορικό χαρακτήρα. Είναι, βέβαια, σαφές ότι η προνομιακή θέση του café-εστιατορίου του νέου Μουσείου δεν αποσκοπεί τόσο στην εξυπηρέτηση των επισκεπτών του, όσο στη δυνατότητα παραχώρησης του για δεξιώσεις. Πέρα όμως από την οικονομική διάσταση του ζητήματος, η εισαγωγή προτύπων που χαρακτηρίζουν εμπορικούς χώρους αμβλύνει τις ιδιαιτερότητες του Μουσείου της Ακρόπολης και συμβάλει στην αποδιάρθρωση της ταυτότητας του τόπου.

Αν συνοψίσουμε τις παραπάνω παρατηρήσεις και επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τη συμβολική διάσταση του νέου Μουσείου, θα καταλήξουμε στα εξής συμπεράσματα:

Το νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι ένα σύγχρονο κτήριο με αναγνωρίσιμη εικόνα. Ο μνημειακής κλίμακας μοντερνισμός του συμβάλει στην αναβάθμιση της προβολής της πόλης στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Από την άποψη αυτή το νέο Μουσείο επιτυγχάνει τον πρώτο στόχο του, τη δημιουργία, δηλαδή, ενός συμβόλου της σύγχρονης Ελλάδας.

Το νέο Μουσείο αντιμετωπίζει με επιθετικότητα το άμεσο περιβάλλον και αδιαφορεί για τις επιδράσεις που προκαλεί στο αστικό και πολιτισμικό τοπίο. Θα μπορούσε, βέβαια, να τεθεί σε αμφισβήτηση η αρχιτεκτονική αξία των λαϊκών, νεοκλασικών και εκλεκτικιστικών κτηρίων της περιοχής, συγκρινόμενη με τη σπουδαιότητα της δημιουργίας ενός Μουσείου για την Ακρόπολη. Την ίδια, όμως, στιγμή θα πρέπει να αμφισβητηθεί και η υιοθέτηση στο νέο Μουσείο αρχιτεκτονικών και προγραμματικών προτύπων που χαρακτηρίζουν εμπορικούς χώρους.

Τέλος, η συμβολή του νέου Μουσείου στην αναθεώρηση της σχέσης της σύγχρονης πόλης με την αρχαιότητα είναι προβληματική. Η ιδέα της δημιουργίας ενός Μουσείου για τα αγάλματα της Ακρόπολης απέναντι από τον βράχο εκφράζει την αδυναμία του σύγχρονου πολιτισμού να εξασφαλίσει τη δυνατότητα αποκατάστασης των γλυπτών του Παρθενώνα στην αρχική τους θέση. Το ίδιο το Μουσείο αποτελεί έναν οπτικό μηχανισμό που καταγράφει το θέαμα της Ακρόπολης και ακτινογραφεί τις ιστορικές στρώσεις της πόλης. Η διαδικασία αυτή δείχνει ουδέτερη και αντικειμενική, αλλά δεν είναι. Η μετατροπή της αρχαιότητας σε θέαμα προϋποθέτει την προσαρμογή στα πρότυπα του μέσου τουρίστα – καταναλωτή που επιβάλει η παγκοσμιοποίηση.

Το νέο Μουσείο Ακρόπολης αποτελεί, λοιπόν, ένα ισχυρό εργαλείο διαμόρφωσης ταυτότητας. Το εργαλείο αυτό δεν ανανεώνει την ιδιαίτερη αθηναϊκή ταυτότητα, αλλά την αποδιαρθρώνει. Το νέο Μουσείο δεν αναθεωρεί τη σχέση της σύγχρονης πόλης με την αρχαιότητα, αλλά προσαρμόζει την αρχαιότητα στις ανάγκες της σύγχρονης τουριστικής βιομηχανίας. Το νέο Μουσείο δεν προσφέρει μια νέα ερμηνεία των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ελληνικής πόλης, αλλά ακολουθεί τα γενικά χαρακτηριστικά μιας οποιασδήποτε μετά-πόλης. Το νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι, τελικά, ένα αξιόλογο αρχιτεκτονικό έργο, το οποίο όμως εκφράζει την ιδεολογική σύγχυση που χαρακτηρίζει την εποχή μας και ιδιαίτερα τη σύγχρονη Ελλάδα.

Δημοσιεύθηκε στα Αρχιτεκτονικά Θέματα 44 (2010).

Leave Your Comment


four − = 1

 
Powered by Wordpress. Design by Bingo - The Web Design Experts.